Κρίσιμα κτηματολογικά ζητήματα στη νομολογία των δικαστηρίων της Χίου

Σύνοψη εισήγησης στο 6ο Πανελλήνιο Συνέδριο ΚΕΚΤΗΜΕ που πραγματοποιήθηκε στη Χίο στις 9-10 Σεπτεμβρίου 2022

Οι υποθέσεις κτηματολογικού δικαίου καταλαμβάνουν τη μερίδα του λέοντος στο σύνολο της δικαστηριακής ύλης του Πρωτοδικείου της Χίου, καθώς στο νησί μας παρουσιάστηκε μεγάλη ανάγκη για διόρθωση αρχικών κτηματολογικών εγγραφών, είτε ως προς το δικαίωμα κυριότητας, είτε ως προς τα γεωμετρικά στοιχεία των ακινήτων. Η παρούσα εισήγηση αναφέρεται στα πλέον καίρια ζητήματα που αντιμετωπίζουν τα Δικαστήρια της Χίου κατά την εκδίκαση των κτηματολογικών αγωγών, τα οποία προκύπτουν από την αξιολόγηση των ισχυρισμών που προβάλλονται κατά την αντιδικία μεταξύ ιδιωτών και Ελληνικού Δημοσίου ή κατά την αντιδικία μεταξύ ιδιωτών.

Α. Ζητήματα ουσίας.

  1. Από το καθεστώς του οθωμανικού νόμου περί γαιών στον σημερινό Αστικό Κώδικα

Σε επίπεδο ουσίας, το κορυφαίο πεδίο της αντιδικίας και πλέον «εριζόμενο» στοιχείο τόσο του παραδεκτού, όσο και της ουσιαστικής βασιμότητας της αγωγής που κατατείνει στη διόρθωση ανακριβούς εγγραφής «αγνώστου ιδιοκτήτη» είναι αυτό του τρόπου κτήσης κυριότητας του ακινήτου από τον ενάγοντα, ο οποίος ισχυρίζεται ότι είναι ο πραγματικός δικαιούχος της κυριότητας του επίδικου ακινήτου[1].

α. Η αναγωγή στον οθωμανικό νόμο περί γαιών στο πλαίσιο της αντιδικίας με το ελληνικό δημόσιο

Είναι εξαιρετικά σύνηθες στις αγωγές του αρ. 6 παρ. 2 ν. 2664/1998, το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο να προβάλλει τους ισχυρισμούς ότι το επίδικο ακίνητο ανήκει στο Ελληνικό Δημόσιο δυνάμει της από 24.07.1923 Συνθήκης της Λωζάνης, με την οποία απέκτησε «κυριαρχικώ δικαιώματι» τις γαίες του Τουρκικού Δημοσίου και των Τούρκων ιδιωτών.

Σύμφωνα με τη νομολογία των Δικαστηρίων μας, η κτήση ιδιωτικής φύσης δικαιώματος σε ακίνητο  που βρίσκεται στη Χίο θα κριθεί με το οθωμανικό δίκαιο μέχρι την ανεξαρτησία της, ακολούθως με το βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο μέχρι την έναρξη ισχύος του ΑΚ (23-2-1946) και με τις διατάξεις του ΑΚ από την εισαγωγή του και μετά[2].

Έτσι, όταν το Ελληνικό Δημόσιο ισχυρίζεται ότι κατέστη κύριος ενός ακινήτου κατά το χρόνο της απελευθέρωσης, κατά τη διαδοχή του Ελληνικού Δημοσίου στο Τουρκικό «δικαιώματι πολέμου», το ως άνω νομοθετικό πλαίσιο μοιραία μας οδηγεί στις διατάξεις των άρθρων 1-3 του Οθωμανικού νόμου της 7 Ραμαζάν 1274.

Σταθμός στην ερμηνεία του ιδιοκτησιακού καθεστώτος των νησιών του Αιγαίου, υπήρξε η απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου με αριθμό 1/2013[3], που αναφερόταν στην Καλντέρα της Θήρας. Η ως άνω απόφαση, αναφέρεται στις πέντε γνωστές κατηγορίες που αναγνώριζε ο οθωμανικός νόμος περί γαιών (μούλκια, μιριγιέ, βακούφια, μετρουκέ και μεβάτ) και καταλήγει στο συμπέρασμα, ότι σύμφωνα με τα πρωτόκολλα του Λονδίνου, σε συνδυασμό με τη Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως, το Ελληνικό Δημόσιο δεν κλήθηκε ως καθολικός διάδοχος των Οθωμανών, αλλά διαδέχθηκε το Τουρκικό Δημόσιο in globo με τη γενόμενη δήμευση “δικαιώματι πολέμου”, ως ειδικού τίτλου, στο δικαίωμα κυριότητας των κτημάτων, τα οποία κατείχοντο μόνο από τους Οθωμανούς κατά την έναρξη της Ελληνικής Επαναστάσεως και, ή κατέλαβε διαρκούντος του πολέμου, ή ως εγκαταλελειμμένα από τους πρώην κυρίους τους, δεν κατείχοντο πλέον από αυτούς.

Η διαδοχή όμως αυτή δεν έθιξε τα εμπράγματα δικαιώματα των ιδιωτών, τα οποία είχαν αποκτηθεί επί των ακινήτων καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκια) και τα δικαιώματα εξουσίασης “τεσσαρούφ”, τα οποία είχαν αποκτηθεί επί των δημοσίων γαιών σύμφωνα με το Οθωμανικό δίκαιο. Λόγοι ιστορικής ιδιαιτερότητας διαμόρφωσαν ιδιαίτερο νομικό και ιδιοκτησιακό καθεστώς στις Κυκλάδες. Κατά συνέπεια, τα ακίνητα των νήσων αυτών, μη εξουσιαζόμενα πριν από την επανάσταση από τον σουλτάνο, ουδέ κατεχόμενα από Οθωμανούς ιδιώτες, δεν περιήλθαν στο Ελληνικό Δημόσιο, κατά διαδοχήν του Τουρκικού Δημοσίου.

Τούτο, όμως, καταλήγει η απόφαση της Ολομέλειας, συμβαίνει εφόσον πρόκειται περί γαιών καθαρής ιδιοκτησίας, ενώ και για τα νησιά των Κυκλάδων, για εκτάσεις που αφορούσαν τα δάση, τους αιγιαλούς, τα κοινόχρηστα, τις βοσκές και τις εκτάσεις που λόγω της μορφής τους δεν εξουσιάζονταν από κανένα, μετά τον Αγώνα της Ανεξαρτησίας, κατέστη κύριος αυτών το Ελληνικό Δημόσιο ως διάδοχο του Οθωμανικού Κράτους δικαιώματι πολέμου.

Στο σημείο βέβαια αυτό, παρατηρείται, ότι η διάκριση στην οποία προβαίνει η ως άνω απόφαση της Ολομέλειας, με βάση τη μορφή μιας έκτασης ως δάσος, αιγιαλός, κοινόχρηστο, βοσκή και έκταση που λόγω της μορφής της δεν εξουσιαζόταν από κανένα, διατυπώνεται κατά τρόπο που μπορεί να ερμηνευθεί και ως τεκμήριο κυριότητας του Δημοσίου εκ μόνης της φυσικής μορφής της έκτασης αυτής. Ωστόσο, μια τέτοια ερμηνεία, αφενός δεν φαίνεται να συνάδει με τη ρητή νομοθετική εξαίρεση του άρθρου 62 ν. 998/1979 από το τεκμήριο κυριότητας του Δημοσίου, αφετέρου παρουσιάζει σοβαρές αποδεικτικές δυσχέρειες, αφού είναι δυσχερής η απόδειξη της φυσικής μορφής και της δεκτικότητας ενός ακινήτου σε άσκηση νομής έναν αιώνα νωρίτερα.

 

β. Η  αντιμετώπιση του ζητήματος από τα Δικαστήρια της Χίου

Η νομολογία των Δικαστηρίων της Χίου, για αρκετά έτη απέρριπτε τους ισχυρισμούς του εναγόμενου Ελληνικού Δημοσίου περί ιδίας κυριότητας ως αναπόδεικτους, εφόσον αυτοί δεν ενισχύονταν από σχετικά αποδεικτικά στοιχεία[4]. Ειδικότερα, έχει κριθεί, ότι ο εναγόμενος στις αγωγές κτηματολογίου, θα πρέπει να αμφισβητεί κατά τρόπο ειδικό και σαφή με αντίθετα αποδεικτικά στοιχεία τους ισχυρισμούς που εκτίθενται στην αγωγή και αποδεικνύονται από τον ενάγοντα με βάση τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά στοιχεία της δικογραφίας, ανταποκρινόμενος κατ’ αυτόν τον τρόπο στο δικονομικό βάρος απόδειξης της αγωγής του[5].

Σήμερα, θεωρούμε ότι η νομολογία των Δικαστηρίων της Χίου έχει εμβαθύνει και έχει αναπτύξει ιδιαίτερα εμπεριστατωμένη αιτιολογία κατά την εξέταση των ισχυρισμών του Ελληνικού Δημοσίου περί ιδίας κυριότητας, υιοθετώντας σε σημαντικό βαθμό τις νομικές σκέψεις  της ως άνω απόφασης 1/2013 της Ολομέλειας, εμπλουτίζοντάς ωστόσο το σκεπτικό των αποφάσεων και με πολύ ενδιαφέροντα επιπρόσθετα επιχειρήματα[6]. Έτσι, στη συντριπτική τους πλειοψηφία οι αποφάσεις του Πρωτοδικείου της Χίου των τελευταίων ετών, έχουν κρίνει ότι λόγοι ιστορικής ιδιαιτερότητας διαμόρφωσαν ιδιαίτερο νομικό και ιδιοκτησιακό καθεστώς[7]. Στο πλαίσιο αυτό, έχει κριθεί ότι την εποχή της Τουρκοκρατίας οι Κυκλάδες και τα Νησιά του Αιγαίου αποτελούνταν στο σύνολό τους από ιδιωτικές γαίες καθαράς ιδιοκτησίας (μούλκια), οι οποίες εξουσιάζονταν κατά πλήρες δικαίωμα κυριότητας από τους κυρίους τους και επί των οποίων δεν υφίστατο κανένα δικαίωμα του Δημοσίου[8]. Ειδικότερα, οι γαίες της Χίου, ήταν γαίες καθαρής ιδιοκτησίας, διότι κηρύχθηκαν ως τέτοιες από το Σουλτάνο, ως αντάλλαγμα για τη στάση των κατοίκων να προτιμήσουν μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης την οθωμανική κατοχή έναντι των Γενουατών, που υφίσταντο ως τότε, έτσι ώστε να μη θεωρηθούν ως «δορυάλωτες» χώρες αλλά ως εκουσίως ή με σύμβαση υπαχθείσες στην οθωμανική κυριαρχία. Το γεγονός ότι τα νησιά του Αιγαίου, υπήχθησαν υπό την Οθωμανική κυριαρχία όχι δικαιώματι πολέμου αλλά ειρηνικά, είχε ως  αποτέλεσμα την αναγνώριση προνομίων στους κατοίκους τους, κατά τον τρόπο δε αυτό διατήρησαν οι κάτοικοι των νησιών το δικαίωμα πλήρους ιδιοκτησίας επί των ακινήτων τους, τα οποία δεν περιήλθαν στο Σουλτάνο, αλλά αποτέλεσαν, φορολογούμενες γαίες καθαρής ιδιοκτησίας, που εξακολούθησαν να εξουσιάζονται υπό των μέχρι τότε κυρίων τους κατά πλήρη κυριότητα, υπό τον όρο απλώς καταβολής εγγείου φόρου[9].

ΕΠΙΧΕΊΡΗΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΑΡ. 62 ν. 998/1979

Περαιτέρω, γίνεται δεκτό ότι στις γαίες των νησιών δεν εφαρμόζονταν οι περιορισμοί που ίσχυαν επί δημοσίων γαιών, όπως η έκπτωση από το δικαίωμα εξουσίασης λόγω μη καλλιέργειας του αγρού επί 3 έτη, με αποτέλεσμα να μη χάνουν το χαρακτήρα τους ως ελεύθερες γαίες αν έπαυε η καλλιέργειά τους, ή αν μετατρέπονταν σε δάσος, ο κύριος των γαιών αυτών καθίστατο κύριος του δάσους[10]. Στη βάση αυτή, επιχείρημα αντλείται και από το γεγονός, ότι προς αναγνώριση του ιδιαίτερου ιδιοκτησιακού καθεστώτος της νήσου Χίου, ο Έλληνας νομοθέτης, με την παρ. 2 του άρθρου 62 του Ν. 998/1979, ρητά συμπεριέλαβε (όπως και στα άρθρα 67 του Ν. 4042/2012 και 37 του Ν. 4280/2014) και το νομό Χίου στις περιοχές, στις οποίες, το κατά την παρ. 1 του ίδιου άρθρου τεκμήριο κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου επί των δασικών εκτάσεων, δεν ισχύει, επειδή πρόκειται για περιοχές που είτε δεν κατακτήθηκαν ποτέ είτε δεν κατακτήθηκαν με τα όπλα και διατήρησαν οι κάτοικοί τους την ιδιοκτησία τους[11].

Ειδικότερα, σε σχέση με την εφαρμογή της εξαίρεσης της νήσου Χίου από το τεκμήριο κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου επί των δασικών εκτάσεων, η νομολογία αναφέρεται στο β.δ.  της 17.11/1.12.1836 «Περί ιδιωτικών  δασών», με το  οποίο, αναγνωρίστηκε η κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου στις εκτάσεις που αποτελούν δάση, εκτός από τα δάση τα οποία ανήκαν σε ιδιώτες πριν από την αρχή του απελευθερωτικού αγώνα, εφόσον οι τίτλοι ιδιοκτησίας των τελευταίων αναγνωρίζονταν από τη Γραμματεία Οικονομικών. Προϋπόθεση, όμως, εφαρμογής του τεκμηρίου αυτού ήταν η ιδιότητα του διεκδικουμένου ακινήτου ως δάσους κατά το χρόνο έναρξης ισχύος του παραπάνω διατάγματος. Περαιτέρω, η νομολογία αναγνωρίζει και εφαρμόζει το εδάφιο β΄ του άρθρου 62 παρ. 1 Ν. 998/1979, με το οποίο ρητά ορίζεται ότι το τεκμήριο κυριότητας υπέρ του δημοσίου επί δασικών εν γένει εκτάσεων «δεν ισχύει εις τις περιφερείας του Πρωτοδικείου των Ιονίων Νήσων, της Κρήτης και των Νομών Λέσβου, Σάμου και Χίου και των νήσων Κυθήρων,  Αντικυθήρων  και  Κυκλάδων ».

Η νομολογία μας έχει κρίνει, ότι με τη   διάταξη   αυτή, καθιερώθηκε νομοθετικώς η μόνη και ορθή[12]  ερμηνευτική άποψη για τη νομική θέση των δασών στις περιοχές αυτές, με αποτέλεσμα μόνη η επίκληση από το Ελληνικό Δημόσιο και απόδειξη της δασικής μορφής της διεκδικούμενης έκτασης να μην αρκεί για τη θεμελίωση του δικαιώματος κυριότητάς του σ’ αυτήν, αλλά να πρέπει το Δημόσιο επιπροσθέτως να επικαλεσθεί και να αποδείξει, σύμφωνα με τα ανωτέρω, ότι η έκταση αυτή ήταν ανέκαθεν δασική,  μέχρι την εποχή της τουρκοκρατίας και ότι μάλιστα ουδέποτε υπήρξε ιδιωτική κατά την εποχή της τουρκοκρατίας, καθώς σε τέτοια περίπτωση δεν θα είχε απωλέσει τον ιδιωτικό της χαρακτήρα, άλλως το Δημόσιο οφείλει να επικαλεσθεί κάποιον από τους τρόπους κτήσης που ορίζονται  στους  ειδικούς  νόμους  ή  τον  Αστικό  Κώδικα[13] .

 

Β. ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΠΑΡΑΔΕΚΤΟΥ – ΔΙΚΟΝΟΜΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ

  1. Ως προς το ορισμένο του τρόπου κτήσης κυριότητας

Κατ΄ αρχήν για το παραδεκτό της αγωγής, αρκεί η επίκληση στο εισαγωγικό δικόγραφο κατά τρόπο ορισμένο, ότι ο ενάγων απέκτησε την κυριότητα του επίδικου ακινήτου με κάποιο νόμιμο τρόπο, παράγωγο ή πρωτότυπο, σύμφωνα με τις διατάξεις του Αστικού μας Κώδικα[14]. Εντούτοις, στην περίπτωση που στο πλαίσιο της αντιδικίας ο εναγόμενος με τις προτάσεις του προβεί σε αιτιολογημένη άρνηση των αγωγικών ισχυρισμών περί κτήσης κυριότητας, ο ενάγων είναι υποχρεωμένος με τις προτάσεις της ίδιας πρωτοβάθμιας δίκης να καθορίσει με σαφή έκθεση γεγονότων τον τρόπο κτήσης κυριότητας από τον άμεσο δικαιοπάροχό του και αν είναι ανάγκη και των απώτερων δικαιοπαρόχων του, κατ΄ επιτρεπτή συμπλήρωση της αγωγής, φθάνοντας μέχρι πρωτότυπο τρόπο κτήσης κυριότητας, που μπορεί να αντιταχθεί κατά των τρίτων, όπως είναι η έκτακτη χρησικτησία[15].

Ως προς την έκτακτη χρησικτησία, έχει κριθεί ότι για την επίκληση αυτού του τρόπου κτήσης κυριότητας αρκεί να αναφέρεται στο αγωγικό δικόγραφο έστω και καθ΄ υποφοράν ότι ο ενάγων επί εικοσαετία ασκεί συνεχώς τη φυσική εξουσίαση επί του γεωτεμαχίου με διάνοια κυρίου (νομή), δηλαδή να αναφέρει εμφανείς υλικές πράξεις επί του γεωτεμαχίου, που είναι δηλωτικές της βούλησής του να εξουσιάζει τούτο, ενδεικτικά εποπτεία, επίβλεψη, επίσκεψη, καλλιέργεια, οριοθέτηση, καθαρισμός, παραχώρηση σε τρίτον με ή χωρίς αντάλλαγμα, κ.ά., χωρίς παράλληλα να απαιτείται και ο ημερολογιακός προσδιορισμός των επιμέρους πράξεων, μέσα στο χρόνο χρησικτησίας[16].

  1. Κρίσιμος χρόνος της συμπλήρωσης της νομής

Ένα πολύ σημαντικό ζήτημα όταν αξιολογείται ο ισχυρισμός περί κτήσης κυριότητας με χρησικτησία είναι το ποιος είναι ο κρίσιμος χρόνος της συμπλήρωσης της νομής, αυτός της έναρξης λειτουργίας του Εθνικού Κτηματολογίου στην εκάστοτε περιοχή ή αυτός της έγερσης της αγωγής. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 37 παρ. 2 του Ν. 4315/2014, «Όταν ο τίτλος  κτήσης  του δικαιώματος για  το  οποίο ζητείται η διόρθωση είναι χρησικτησία, η συμπλήρωση της νομής υπολογίζεται κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής …».Ωστόσο, η ως άνω διάταξη έχει κριθεί ως αντισυνταγματική, με το σκεπτικό ότι αντίκειται στην αρχή της ισότητας  και της  προστασίας  της  ιδιοκτησίας,  καθόσον προσδίδει περισσότερα  δικαιώματα σε αυτόν που ουδέν δικαίωμα είχε κατά την  κτηματογράφηση  και  γι’  αυτό  δεν  το  δήλωσε  έναντι  αυτού  που  είχε δικαίωμα και προέβη σε υποβολή δήλωσης και επιπλέον ανατρέπει την έννοια των  «πρώτων εγγραφών» [17].

Έτσι, από τα Δικαστήρια της Χίου έχει σε σημαντικό βαθμό υιοθετηθεί η άποψη ότι για το ορισμένο της αγωγής που ασκείται σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 2 Ν. 2664/1998, απαιτείται να αναφέρεται στο εισαγωγικό δικόγραφο ότι ο ενάγων απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου με κάποιο νόμιμο τρόπο κατά το χρονικό διάστημα πριν την έναρξη λειτουργίας του Εθνικού Κτηματολογίου στην περιοχή και ότι είχε την κυριότητα του επίδικου ακινήτου κατά το χρόνο της έναρξης λειτουργίας του Εθνικού Κτηματολογίου[18].

  1. Ιδιαίτερο ιδιοκτησιακό καθεστώς Χίου

Τέλος, δεν μπορούμε να μην αναφερθούμε στο ιδιαίτερο ιδιοκτησιακό καθεστώς της Χίου. Στους παραδοσιακούς οικισμούς, κυρίως των νοτιοχώρων της νήσου Χίου αναγνωρίζεται ένα ιδιόρρυθμο σύστημα ανοικοδόμησης, σύμφωνα με το οποίο είναι δυνατόν το ισόγειο να ανήκει σε διαφορετικό ιδιοκτήτη από τον όροφο, ενώ οικίες ολόκληρες μπορεί να επεκτείνονται επί ισογείων που δεν τους ανήκουν, χωρίς να έχει γίνει ποτέ σύσταση καθέτων ή οριζοντίων ιδιοκτησιών, αλλά κατ΄ έθιμο[19].  Η κατ΄ έθιμο αυτή χωριστή ιδιοκτησία συναντάται κυρίως στα κάστρα – φρούρια, δηλαδή σε περιτοιχισμένους οικισμούς, όπως τα Μεστά, το Πυργί, οι Ολύμποι κ. ά και οφείλεται στην ανάγκη προστασίας των οικισμών από επιδρομές πειρατών, αλλά και στην ανάγκη εξοικονόμησης χώρου[20]. Στο κτηματολόγιο αυτό αναγνωρίζεται ως ιδιαίτερο ιδιοκτησιακό καθεστώς της νότιας Χίου[21], το δε ξεχωριστό δικαίωμα στο ανώγειο εγγράφεται ως παρατήρηση στο κτηματολογικό φύλλο του κατωγείου γεωτεμαχίου.

Αντί επιλόγου

Εκ της φύσεώς του δαιδαλώδης ο ν. 2664/1998, όταν αυτός συμπλέκεται με το νομικό πλαίσιο της μετάβασης από τις οθωμανικές διατάξεις περί γαιών προς το βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο αρχικά και τις διατάξεις του Αστικού μας Κώδικα στη συνέχεια, είναι πραγματικά απαιτητική η ορθή και πλήρης ερμηνεία του ως άνω νομικού πλαισίου, η οποία εν τέλει μόνο υπό το πρίσμα της ερμηνείας των ιστορικών γεγονότων της εποχής εκείνης, μπορεί να πραγματοποιηθεί επιτυχώς, ώστε να γίνεται αντιληπτό και ποιες ιστορικές ανάγκες του τόπου μας κατέστησαν το συγκεκριμένο νομικό πλαίσιο επιβεβλημένο.

Θα μπορούσε βέβαια, να διερωτηθεί κανείς, πως είναι δυνατόν, σε μια αγωγή που ασκείται ενώπιον των ελληνικών Δικαστηρίων σήμερα, 200 χρόνια μετά την Ελληνική Επανάσταση, ο τρόπος κτήσης κυριότητας του ακινήτου να ανάγεται στην εποχή της απελευθέρωσης της Χίου από τους Οθωμανούς, το δε εμπράγματο καθεστώς των ακινήτων της Χίου το 2022, να κρίνεται με βάση τον οθωμανικό νόμο περί γαιών, που ίσχυε την εποχή τουρκοκρατίας. Πράγματι, κατά τη νομολογία μας η ισχύουσα νομοθεσία εκεί μας οδηγεί, αφού ο Έλληνας νομοθέτης ρητά προέβλεψε με τη διάταξη του αρ. 2 παρ. 3 ν. 147/1914, ότι στις Νέες Χώρες, στις οποίες ανήκε και η νήσος της Χίου, εισάγεται γενικώς η ελληνική νομοθεσία, διατηρούνται όμως σε ισχύ οι διατάξεις του οθωμανικού δικαίου «περί γαιών» και παρά το γεγονός ότι η εν λόγω διάταξη καταργήθηκε με το άρθρο 5 παρ. 8 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα, εν τοις πράγμασι και σύμφωνα με τη νομολογία των Δικαστηρίων μας εξακολουθεί να παράγει έννομες συνέπειες μέχρι και σήμερα δυνάμει του άρθρου 51 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα, στο πλαίσιο του διαχρονικού δικαίου για την απόκτηση εμπράγματων δικαιωμάτων.

Σε σχέση με το θεσμό της χρησικτησίας, δεν πρέπει να παροράται, ότι η επίκληση αυτού του τρόπου κτήσης κυριότητας, δεν αφορά μόνο στις περιπτώσεις ανυπαρξίας συμβολαιογραφικού τίτλου, αλλά και όταν οι υπάρχοντες τίτλοι φέρουν ανακρίβειες ως προς την έκταση του ακινήτου ή άλλα στοιχεία αυτού και η διόρθωσή τους παρουσιάζεται από επαχθής έως ανέφικτη πρακτικά, κάτι που συναντάται πολύ συχνά στην πράξη με τους τίτλους των παρελθουσών δεκαετιών[22].

Περαιτέρω, με την αναγωγή του τρόπου κτήσης κυριότητας των ακινήτων μας στην εποχή και το νομικό πλαίσιο της τουρκοκρατίας είναι προφανής η αποδεικτική αποδυνάμωση του διαδίκου που φέρει το βάρος της απόδειξης, η αμηχανία του Έλληνα Δικαστή ο οποίος υποχρεώνεται να ασκήσει το δικαιοδοτικό του έργο αξιοποιώντας σύγχρονες μαρτυρικές καταθέσεις που αναφέρονται σε πραγματικά περιστατικά που πραγματοποιήθηκαν τον προηγούμενο αιώνα και εν τέλει γίνεται αντιληπτό ότι με την πάροδο των ετών, η διατήρηση εν τοις πράγμασι σε ισχύ ενός νομοθετικού πλαισίου που παραπέμπει στην τότε εποχή της ανελευθερίας μας, θα μας κοστίζει δυσανάλογα σε ουσία και σε αξιοπιστία της αποδεικτικής διαδικασίας. Η ιστορία μας είναι κομμάτι του εαυτού μας και συνδιαμορφώνει την ταυτότητά μας, πόσο εύκολο είναι όμως, να πηγαίνουμε βήματα μπροστά, με το βλέμμα στραμμένο στο παρελθόν;

Ενόψει των προεκτεθέντων προβληματισμών, μία διάταξη ανάλογη με εκείνη του άρθρου 4 ν. 3127/2003, η οποία θα επεκταθεί και σε άλλες περιπτώσεις, θα μπορούσε να είναι χρήσιμη, μέχρι ο Έλληνας νομοθέτης να αντιμετωπίσει συστηματικά το θέμα, σταθμίζοντας αυτονόητα τις ανάγκες προστασίας των συμφερόντων του Ελληνικού Δημοσίου για την προστασία των δημοσίων κτημάτων, σε σχέση με τις ανάγκες των ιδιωτών να προστατεύσουν την ιδιοκτησία τους και την αρχή της οικονομικής αξιοποίησης των αγαθών.

 

 

 

[1] Στην περίπτωση της κατ΄ άρθρο 6 παρ.2 ν. 2664/1998 αγωγής, για το ορισμένο αυτής ήδη από το δικόγραφο της αγωγής απαιτείται να αναφέρεται ότι ο πραγματικός δικαιούχος απέκτησε την κυριότητα του επίδικου ακινήτου με κάποιο νόμιμο τρόπο. Στην περίπτωση της αίτησης κατά την εκουσία δικαιοδοσία, αντικείμενο της δίκης είναι η διαπίστωση της ύπαρξης του σχετικού εγγραπτέου δικαιώματος του αιτούντος και η διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής σύμφωνα με αυτή τη διαπίστωση, χωρίς διάγνωση κανενός αμφισβητούμενου δικαιώματος, αφού η εγγραφή «αγνώστου ιδιοκτήτη» δεν ενέχει τέτοια αμφισβήτηση, αλλά ακριβώς την έλλειψη διαπίστωσης του υπάρχοντος δικαιώματος βλ. 31/2017 ΜονΠρωτΧίου, 112/2020 ΜονΠρωτ.Χίου, 181/2021 ΜονΠρωτ.Χίου, 278/2021 ΜονΠρωτ.Χίου, αδημοσίευτες. Έτσι, έχει κριθεί ότι με τη διαδικασία της Εκουσίας Δικαιοδοσίας δεν μπορεί να ζητηθεί η αναγνώριση του δικαιώματος που προσβάλλεται με την ανακριβή πρώτη εγγραφή, ούτε να περιληφθεί σχετική διάταξη στην απόφαση που θα εκδοθεί, καθώς αντικείμενο της δίκης δεν είναι η αυθεντική διάγνωση δικαιώματος που αμφισβητείται, ανεξαρτήτως του ότι ελέγχεται ως προϋπόθεση η ύπαρξη συγκεκριμένου δικαιώματος για τη ζητούμενη διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής, χωρίς όμως να καλύπτεται με ισχύ δεδικασμένου βλ.32/2022 ΜονΠρωτΧίου, 33/2022 ΜονΠρωτΧίου, 41/2022 ΜονΠρωτΧίου, 144/2022 ΜονΠρωτΧίου, 149/2022 ΜονΠρωτΧίου, αδημοσίευτες.

[2] Βλ. 131/2021 ΜονΠρωτΧίου, 117/2021 Μονομελούς Πρωτοδικείου Χίου, 284/2021 ΜονΠρωτ.Χίου, αδημοσίευτες

[3] Αξιοσημείωτο είναι ότι και πριν την ως άνω απόφαση της Ολομέλειας, η ελληνική νομολογία αναγνώριζε το ιδιαίτερο ιδιοκτησιακό καθεστώς των νησιών του Αιγαίου 195/2003 ΕφΑιγαίου ΝΟΜΟΣ

[4] Βλ. Ενδεικτικά 38/2017, 40/2017 42/2017 ΜονΠρωτΧίου, 89/2017 ΜονΠρωτΧίου αδημοσίευτες Βλ. και 151/2021 ΜονΠρωτΧίου και 152/2021 ΜονΠρωτΧίου αδημοσίευτες

[5] Βλ. Ενδεικτικά 148/2020 ΜονΠρωτ.Χίου, 203/2020 ΜονΠρωτ.Χίου αδημοσίευτες.

[6] Βλ. Ενδεικτικά 353/2021 ΜονΠρωτΧίου, 90/2022 ΜονΠρωτΧίου, αδημοσίευτες.

[7] Βλ. Ενδεικτικά 122/2020 ΜονΠρωτ.Χίου, 132/2020 ΜονΠρωτ.Χίου, αδημοσίευτες.

[8] Βλ. 353/2021 ΜονΠρωτΧίου, 309/2021 ΜονΠρωτΧίου, 3/2022 ΜονΠρωτΧίου, αδημοσίευτες.

[9] Βλ. Ν. Π. Ελευθεριάδη, Επίσημ.Γνωμ. υπ’ αριθ.26.462/25-7-1921, Θέμις ΛΓ, σελ. 558-560, βλ. ενδεικτικά 749/2019 ΑΠ ΝΟΜΟΣ 198/2021 ΜονΠρωτΧίου, αδημοσίευτη.

[10] Βλ. Ενδεικτικά 95/2022 ΜονΠρωτΧίου, 318/2021 ΜονΠρωτΧίου, αδημοσίευτες

[11] βλ. 314/2018 ΜονΠρωτΧίου, 174/2021 ΜονΠρωτ.Χίου, αδημοσίευτες.

[12] Βλ. AΠ 340/1985 ΝοΒ 34.76

[13] Βλ. 81/2017 ΑΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΒορΑιγ 85/2019 αδημοσίευτη Πρβλ. 58/2022 ΜονΠρωτΧίου ΑσφΜ, αδημοσίευτη, σύμφωνα με την οποία το Ελληνικό Δημόσιο κατέστη κύριος των εκτάσεων με χαρακτήρα πετρώδη – βραχώδη, ως διάδοχος του Οθωμανικού Κράτους, δικαιώματι πολέμου, θεσπίζοντας δυσμενέστερο θεσμικό πλαίσιο σε σχέση με τις περιοχές που ισχύει το τεκμήριο του Δημοσίου και στις οποίες μοναδικός τρόπος απόκτησης εμπράγματου δικαιώματος κυριότητας αποτελεί η συμπλήρωση τριακονταετούς έκτακτης χρησικτησίας, μέχρι την 11.09.1915.

[14] Ενδεικτικά ως προς την έκτακτη χρησικτησία σύμφωνα με το άρθρο 1045 του Αστικού Κώδικα κατά το οποίο «Εκείνος που έχει στη νομή του για μια εικοσαετία πράγμα κινητό  ή ακίνητο, γίνεται κύριος (έκτακτη χρησικτησία)»

[15] ‘Ητοι, αν έγιναν διαδοχικές μεταβιβάσεις ο ενάγων πρέπει να αποδείξει και την κυριότητα των απώτερων δικαιοπαρόχων του, ώσπου φθάσει σε εκείνον που απέκτησε την κυριότητα με πρωτότυπο τρόπο κτήσης κυριότητας ή μέχρι να συμπληρωθεί χρησικτησία, αφού χωρίς την κυριότητα των προκατόχων του δε μεταβιβάσθηκε το πράγμα στον ενάγοντα. 94/2022 ΜονΠρωτΧίου, ΜονΠρωτΧίου, 241/2019 ΜονΠρωτΧίου, 93/2022 ΜονΠρωτ.Χίου, 193/2021 ΜονΠρωτΧίου 115/2022 ΜονΠρωτΧίου, αδημοσίευτες

[16] Έτσι, έχει κριθεί ότι άσκηση νομής αποτελούν, όταν πρόκειται για ακίνητα, οι υλικές και εμφανείς πάνω σε αυτά πράξεις, που προσιδιάζουν στη φύση  και τον προορισμό του, με τις οποίες φανερώνεται η βούληση του νομέα να έχει το πράγμα για δικό του, τέτοιες δε πράξεις, μεταξύ άλλων είναι η εποπτεία, η επίβλεψη, η επίσκεψη, η οριοθέτηση, η εκμίσθωση σε τρίτους, και εφόσον πρόκειται για κληρονομιαίο ακίνητο η αποδοχή της κληρονομίας και η μεταγγραφή της, καθώς και η καταβολή του οικείου φόρου. Βλ. 131/2020 ΜονΠρωτ.Χίου, αδημοσίευτη

[17] ΕφΠειρ 270/2021,  ΕφΠειρ 387/2021 και ΕφΠειρ 604/2021 σε  www efeteio-peir.gr,,  ΕφΔυτΜακ 35/2020  ΤΝΠΝόμος, 108/2022 ΜονΠρωτΧίου, 125/2021 ΜονΠρωτΧίου, αδημοσίευτες.

[18] Βλ. Ενδεικτικά 122/2020 ΜονΠρωτ.Χίου, 152/2021 ΜονΠρωτΧίου αδημοσίευτες.

[19]  260/2017 ΜονΠρωτΧίου, αδημοσίευτη

[20] Βλ. Η κατ΄ έθιμο χωριστή ιδιοκτησία στη Χίο, Ιωάννης Μισόβουλος, ΝοΒ τ. 65 σελ. 259 επ.

[21] Αναφέρεται και ως έρκερ βλ. 252/2021ΜονΠρωτ.Χίου, αδημοσίευτη, όπου αναγνωρίζεται ειδικό ιδιοκτησιακό καθεστώς, καθώς τμήμα του ορόφου εκτείνεται άνωθεν δημοτικής οδού.

[22] Το πρόβλημα αυτό αναγνωρίζει και η ελληνική νομολογία βλ. 9/2020ΕφΑιγαίου ΝΟΜΟΣ, 164/2019 ΕΦ ΚΕΡΚ ΝΟΜΟΣ

Κύλιση στην κορυφή